Βασίλειος Τσιλιβίδης MD
Γενικός Χειρουργός
Γενική, Ογκολογική, Λαπαροσκοπική, Βαριατρική, Ελάχιστα Επεμβατική, Χειρουργική.

Πολύποδες Εντέρου: Μικρά Ευρήματα, Μεγάλη Σημασία

Οι πολύποδες εντέρου είναι από τα συχνότερα ευρήματα που εντοπίζονται κατά την κολονοσκόπηση. Υπολογίζεται ότι εμφανίζονται στο 25-30% των ενηλίκων ηλικίας άνω των 50 ετών, ενώ η συχνότητά τους αυξάνεται με την ηλικία.

Παρότι οι περισσότεροι πολύποδες είναι καλοήθεις και δεν προκαλούν προβλήματα, ορισμένοι τύποι έχουν τη δυνατότητα να εξελίσσονται σταδιακά και έτσι να εμφανιστεί καρκίνος παχέος εντέρου. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη διάγνωση και αφαίρεσή τους θεωρείται μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές πρόληψης.

Η κολονοσκόπηση δεν επιτρέπει μόνο τον εντοπισμό των πολυπόδων, αλλά και την άμεση αφαίρεσή τους κατά τη διάρκεια της ίδιας εξέτασης. Έτσι, μπορεί να διακόψει την πορεία που οδηγεί από μια προκαρκινική αλλοίωση στην ανάπτυξη κακοήθειας.

Η σωστή ενημέρωση γύρω από τους πολύποδες του εντέρου βοηθά τον ασθενή να κατανοήσει τον πραγματικό κίνδυνο, χωρίς περιττό άγχος, αλλά και χωρίς να υποτιμά τη σημασία της πρόληψης.

Τι είναι οι Πολύποδες Εντέρου: Τύποι και κίνδυνοι

Ο πολύποδας είναι μια προεξοχή του βλεννογόνου, που αναπτύσσεται προς το εσωτερικό του εντέρου. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε σημείο του παχέος εντέρου ή του ορθού και να διαφέρει σημαντικά ως προς το μέγεθος, το σχήμα και τη βιολογική του συμπεριφορά.

Ορισμένοι πολύποδες έχουν διάμετρο λίγων χιλιοστών, ενώ άλλοι μπορεί να φτάσουν αρκετά εκατοστά. Μορφολογικά διακρίνονται σε μίσχωτους, που συνδέονται με το τοίχωμα μέσω ενός λεπτού «στελέχους», και σε επίπεδους, οι οποίοι είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν και να αφαιρεθούν.

Οι συχνότεροι τύποι πολυπόδων είναι οι εξής:

Αδενωματώδεις πολύποδες (Αδενώματα)

Αποτελούν περίπου το 70% των πολυπόδων, που ανιχνεύονται στο παχύ έντερο. Θεωρούνται προκαρκινικές αλλοιώσεις, καθώς ορισμένοι από αυτούς μπορούν με την πάροδο του χρόνου να εξελιχθούν σε καρκίνο παχέος εντέρου.

Τα αδενώματα διακρίνονται σε:

  • Σωληνώδη αδενώματα, με χαμηλότερο κίνδυνο εξαλλαγής
  • Λαχνωτά αδενώματα, τα οποία συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο
  • Σωληνολαχνωτά αδενώματα (μεικτά), που εμφανίζουν ενδιάμεσα χαρακτηριστικά

Υπερπλαστικοί πολύποδες

Πρόκειται για τον συχνότερο καλοήθη τύπο πολυπόδων. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου και συχνά αποτελούν τυχαίο εύρημα κατά την κολονοσκόπηση.

Άλλοι τύποι πολυπόδων

Λιγότερο συχνοί είναι οι φλεγμονώδεις και οι αμαρτωματώδεις πολύποδες, οι οποίοι συνδέονται με ειδικά σύνδρομα ή χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου.

Το ενθαρρυντικό είναι ότι η μετάβαση ενός αδενώματος σε καρκίνο συνήθως απαιτεί αρκετά χρόνια, κατά μέσο όρο περίπου μία δεκαετία. Αυτό προσφέρει σημαντικό χρονικό περιθώριο για εντοπισμό και αφαίρεση πριν εμφανιστεί κακοήθεια.

Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εξαλλαγής είναι:

  • Μέγεθος πολύποδα μεγαλύτερο από 1 εκατοστό
  • Παρουσία λαχνωτών χαρακτηριστικών
  • Σωληνολαχνωτή ιστολογία
  • Υψηλόβαθμη δυσπλασία στην ιστολογική εξέταση
  • Πολλαπλοί πολύποδες στο παχύ έντερο

Συμπτώματα και Διάγνωση

Οι περισσότεροι πολύποδες εντέρου δεν προκαλούν συμπτώματα. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά ανακαλύπτονται τυχαία κατά τη διάρκεια μιας προληπτικής κολονοσκόπησης. Όταν όμως ένας πολύποδας μεγαλώσει αρκετά ή εμφανίσει επιπλοκές, μπορεί να προκαλέσει μερικά συμπτώματα όπως είναι:

  • Αίμα στα κόπρανα
  • Κρυφή απώλεια αίματος που οδηγεί σε αναιμία
  • Αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου
  • Εναλλαγές δυσκοιλιότητας και διάρροιας
  • Κοιλιακό πόνο ή φούσκωμα
  • Αίσθημα ατελούς κένωσης

Η κολονοσκόπηση αποτελεί το χρυσό πρότυπο για τη διάγνωση των πολυπόδων. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, ο ιατρός μπορεί να εξετάσει ολόκληρο το παχύ έντερο, να εντοπίσει ακόμη και πολύ μικρές βλάβες και να προχωρήσει άμεσα στην αφαίρεσή τους.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της κολονοσκόπησης είναι ότι συνδυάζει διάγνωση και θεραπεία στην ίδια διαδικασία. Δεν πρόκειται απλώς για μια εξέταση ελέγχου, αλλά για μια παρέμβαση, η οποία έχει τη δυνατότητα να προλάβει την εμφάνιση καρκίνου.

Εδώ είναι σημαντικό να σημειώσουμε, πως σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί η αξονική κολονογραφία (εικονική κολονοσκόπηση). Ωστόσο, αν εντοπιστεί πολύποδας, θα χρειαστεί κλασική κολονοσκόπηση για την αφαίρεσή του και την ιστολογική του εξέταση.

Αφαίρεση πολυπόδων και πότε χρειάζεται χειρουργείο

Η αντιμετώπιση των πολυπόδων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως είναι για παράδειγμα το μέγεθος, η μορφολογία, αλλά και τα ιστολογικά χαρακτηριστικά τους. Ας δούμε τις επιλογές αφαίρεσης που υπάρχουν, ανάλογα με τον τύπο πολυπόδων.

Ενδοσκοπική Πολυπεκτομή

Η μεγάλη πλειονότητα των πολυπόδων αφαιρείται κατά τη διάρκεια της κολονοσκόπησης, μέσω της πολυπεκτομής. Η συγκεκριμένη διαδικασία πραγματοποιείται χωρίς χειρουργική τομή και χωρίς ανάγκη νοσηλείας. Ο ασθενής συνήθως επιστρέφει σπίτι του την ίδια ημέρα.

Η μέθοδος είναι κατάλληλη για:

  • Μίσχωτους πολύποδες
  • Μικρούς επίπεδους πολύποδες
  • Πολλές βλάβες χαμηλού ή μέτριου κινδύνου

Ενδοσκοπική Βλεννογονεκτομή (EMR)

Για μεγαλύτερους επίπεδους πολύποδες εφαρμόζονται πιο εξειδικευμένες τεχνικές, όπως είναι η ενδοσκοπική βλεννογονεκτομή (EMR). Η τεχνική αυτή επιτρέπει την αφαίρεση βλαβών, που παλαιότερα απαιτούσαν χειρουργείο, μειώνοντας σημαντικά την επιβάρυνση για τον ασθενή.

Πότε χρειάζεται χειρουργική εκτομή;

Η χειρουργική παχέος εντέρου και ορθού εξετάζεται σε περιπτώσεις που:

  • Ο πολύποδας είναι ιδιαίτερα μεγάλος (συνήθως πάνω από 3 εκατοστά)
  • Δεν μπορεί να αφαιρεθεί με ασφάλεια ενδοσκοπικά
  • Η βιοψία εγείρει υποψία διηθητικού καρκίνου
  • Υπάρχει οικογενής αδενωματώδης πολυποδίαση (FAP)
  • Υπάρχουν πολλαπλές προκαρκινικές βλάβες υψηλού κινδύνου

Μετά την χειρουργική αφαίρεση, ο πολύποδας αποστέλλεται για ιστολογική εξέταση. Με βάση τα αποτελέσματα καθορίζεται και το πρόγραμμα παρακολούθησης. Συνήθως συνιστάται επαναληπτική κολονοσκόπηση:

  • Σε 3-5 χρόνια για αδενώματα χαμηλού κινδύνου
  • Σε 1-3 χρόνια για αδενώματα υψηλού κινδύνου ή πολλαπλούς πολύποδες

Πότε να κάνετε Κολονοσκόπηση: Οδηγίες προληπτικού ελέγχου

Καρκίνος Εντέρου Πρόληψη – Όσο τετριμμένο και να ακούγεται, η πρόληψη αποτελεί το σημαντικότερο όπλο. Η κολονοσκόπηση επιτρέπει την αναγνώριση και αφαίρεση των προκαρκινικών αλλοιώσεων, πριν εξελιχθούν σε καρκίνο.

Για τον γενικό πληθυσμό, συνιστάται η πρώτη κολονοσκόπηση στην ηλικία των 50 ετών και επανάληψη κάθε 10 χρόνια, εφόσον τα ευρήματα είναι φυσιολογικά. Για άτομα με αυξημένο κίνδυνο, όπως όσοι έχουν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου ή προχωρημένων αδενωμάτων, ο έλεγχος ξεκινά νωρίτερα. Συνήθως συστήνεται στην ηλικία των 40 ετών ή δέκα χρόνια πριν από την ηλικία διάγνωσης του νεότερου συγγενή που εμφάνισε τη νόσο.

Ωστόσο, η παρουσία σχετικών συμπτωμάτων, όπως είναι τα παρακάτω, αποτελεί ένδειξη για άμεση διερεύνηση ανεξάρτητα από την ηλικία:

  • τα αίμα στα κόπρανα
  • η ανεξήγητη αναιμία
  • η αλλαγή στις συνήθειες του εντέρου
  • ο επίμονος κοιλιακός πόνος
  • η ανεξήγητη απώλεια βάρους

Κάτι σημαντικό, που οφείλουμε να τονίσουμε και να θυμόμαστε, είναι πως  η κολονοσκόπηση δεν είναι μόνο μια διαγνωστική εξέταση. Είναι ταυτόχρονα μια θεραπευτική πράξη, η οποία μπορεί να αφαιρέσει τους πολύποδες, πριν αυτοί εξελιχθούν σε καρκίνο παχέος εντέρου. Η τακτική πρόληψη και η τήρηση των οδηγιών παρακολούθησης, είναι οι ενέργειες που συμβάλλουν καθοριστικά στη διατήρηση της υγείας του πεπτικού συστήματος και στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης κακοήθειας.